Σύμφωνα με τον αρχαίο Ρωμαίο ιστορικό Πλίνιο τον πρεσβύτερο, την παραγωγή του γυαλιού την οφείλουμε σε  ένα τυχαίο περιστατικό, γύρω στα 5.000 π.Χ. στις ακτές της ανατολικής Μεσογείου. Φοίνικες ναυτικοί, ενδεχομένως και ναυαγοί, έστησαν ένα βράδυ στην παραλία ένα πρόχειρο τζάκι από πέτρες «νάτρου» δηλαδή ορυκτής σόδας και στερέωσαν το τσουκάλι τους επάνω, για να ετοιμάσουν το φαγητό τους. Η δυνατή φωτιά φαίνεται πως σιγά-σιγά έλιωσε το νάτριο των πετρωμάτων και καθώς το τήγμα ανακατεύτηκε με την άμμο, σχηματίστηκε ένα παχύρευστο ημιδιαφανές υγρό, που το πρωί ήταν σκληρό γυαλί. Είναι η πρώτη ιστορική αναφορά παραγωγής γυαλιού από ανθρώπινη δραστηριότητα.
Στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου (Αίγυπτο, Μεσοποταμία) έχουν βρεθεί γυάλινα αντικείμενα (πιθανόν γυάλινες χάντρες), τα οποία πιστεύεται ότι χρονολογούνται από το 3.500 π.Χ. περίπου. Στην ίδια περιοχή ανήκουν και θραύσματα γυάλινων βάζων χρονολογούμενα από τον 16ο π..Χ. αιώνα, ενώ την ίδια περίοδο έχουν κατασκευαστεί τα τρία σωζόμενα βάζα που φέρουν το όνομα του Φαραώ Τούθμοσις του Γ’ (1504-1450 π.Χ.). Στην Ελλάδα το γυαλί πρωτοεμφανίζεται κατά τον 14ο π.Χ. αιώνα, στα νησιά του Αιγαίου και τις Μυκήνες. Το γυαλί αναφέρεται σαφώς για πρώτη φορά από τον Πλάτωνα (Τιμαίος 61c). Πάντως στον ελλαδικό χώρο δεν είναι γνωστό κανένα αξιόλογο κέντρο παρασκευής γυαλιού, πιθανώς επειδή δεν υπήρχε η πρώτη ύλη (πυριτική άμμος).
Κατά την πρώτη π.Χ. χιλιετία, η υαλουργία έγινε ευρύτερα γνωστή στον κόσμο και συντελέστηκαν αρκετές βελτιώσεις. Οι υαλουργοί έμαθαν να παράγουν διάφανο ή χρωματιστό γυαλί και να βελτιώνουν την αντοχή του γυαλιού προσθέτοντας διάφορα υλικά. Παρ’ όλα αυτά, η παραγωγή του γυαλιού συνέχισε να είναι μια δύσκολη διαδικασία και τα προϊόντα από γυαλί χρησιμοποιούνταν κυρίως από τις βασιλικές οικογένειες ή σε θρησκευτικές τελετές. Το πρώτο εγχειρίδιο παραγωγής γυαλιού, χρονολογείται από το 650 π.Χ. περίπου. Οδηγίες, σε σφηνοειδή γραφή, για το πώς μπορεί να παραχθεί γυαλί, περιλαμβάνονται σε πήλινες πλάκες της βιβλιοθήκης του βασιλιά των Ασσυρίων Ασουρμπανιπάλ (669-626 π.Χ.) «Ανακατέψτε 60 μέρη άμμο, 180 μέρη στάχτες από θαλασσινά φυτά και 5 μέρη κιμωλία, βάλτε τα στο καμίνι και θα πάρετε γυαλί».
Σταθμό στην παραγωγή γυάλινων αντικειμένων απετέλεσε η ανακάλυψη του φυσήματος, κάπου ανάμεσα στο 27 π.Χ. και στο 14 μ.Χ. το οποίο αποδίδεται σε Σύριο υαλουργό από την περιοχή της Σιδώνας. Ο μακρύς λεπτός μεταλλικός σωλήνας που χρησιμοποιείται για την διαδικασία του φυσήματος, ελάχιστα έχει αλλάξει από τότε. Το γυαλί, μόνο τότε μπορεί να είναι διαφανές, όταν δεν έρχεται σε επαφή με άλλα πιο ψυχρά σώματα κατά την φάση της στερεοποίησής του. Η τεχνική του φυσητού γυαλιού επέτρεψε ακριβώς την αποφυγή αυτής της επαφής με αποτέλεσμα τα προϊόντα γυαλιού αυτής της περιόδου να είναι διαφανή. Στα τέλη του τελευταίου π.Χ. αιώνα οι αρχαίοι Ρωμαίοι άρχισαν να φυσούν γυαλί μέσα σε καλούπια, αυξάνοντας σημαντικά την ποικιλία των σχημάτων που μπορούσαν να παραχθούν σε κοίλο γυαλί.

    

Το χυτό, επίπεδο γυαλί πρωτοεμφανίζεται τον πρώτο π.Χ. αιώνα στην Ρώμη. Το λιωμένο γυαλί χύνεται σε ξύλινα επίπεδα καλούπια που έχουν προηγουμένως βραχεί. Τα πρώτα αυτά επίπεδα γυαλιά έχουν διαστάσεις 40Χ40 εκ. και πάχος 4 έως 5 χιλιοστών. Έχουμε πλέον με τον τρόπο αυτόν γυαλιά για την πλήρωση παραθύρων. Οι πρώτοι υαλοπίνακες της ιστορίας τοποθετούνται την πρώτη μ.Χ. δεκαετία, στην Ρώμη, αν και οι Ρωμαίοι δεν είχαν ακόμη ανακαλύψει κατάλληλες μεθόδους λείανσης, ώστε να παίρνουν διαφανές γυαλί. Χυτά γυάλινα παράθυρα, έστω και χαμηλής οπτικής ποιότητας, άρχισαν έτσι να εμφανίζονται στα σημαντικότερα κτίρια στην Ρώμη καθώς και στις πολυτελείς βίλλες της Πομπηίας, παρέχοντας προστασία των κατοίκων τους από καιρικά φαινόμενα (άνεμο, βροχή, κρύο κλπ) ενώ επέτρεπαν στο φως να μπαίνει μέσα. Αυτός παραμένει και σήμερα ο βασικός προορισμός των υαλοπινάκων.
Λίγο αργότερα οι Ρωμαίοι παράγουν τους πρώτους καθρέπτες, επιστρώνοντας την μια πλευρά των υαλοπινάκων με μόλυβδο.
Η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έχει σαν συνέπεια όχι μόνο την ανάσχεση της προόδου στην τεχνολογία παρασκευής γυαλιού, αλλά και την οπισθοδρόμηση, καθώς η δραστηριότητα μειώνεται δραστικά μεταφερόμενη σταδιακά στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία κυρίως στα μοναστήρια και σε περιοχές της κεντρικής Ευρώπης. Χαρακτηριστική συνέπεια αυτού είναι το γεγονός ότι τα πρώτα παράθυρα που ντύνονται με γυαλί, ήταν αυτά των εκκλησιών. Οι υαλώσεις στις εκκλησίες απέκτησαν σύντομα διακοσμητικό ρόλο με την ανάπτυξη της τεχνοτροπίας του ζωγραφιστού γυαλιού που στην ουσία δεν είναι ζωγραφική πάνω στο γυαλί αλλά συναρμολόγηση έγχρωμων τεμαχίων γυαλιού και η δημιουργία παραστάσεων (βιτρώ). Τα γυάλινα τμήματα συγκολλούνται με μόλυβδο. Αν και στην Δυτική Ευρώπη το γυαλί έχει καταστεί και πάλι ένα δυσεύρετο προϊόν, η Βυζαντινή υαλουργία εισέρχεται βαθμηδόν σε πορεία ανάπτυξης και εξέλιξης. Μια νέα μέθοδος παραγωγής επίπεδου γυαλιού κάνει την εμφάνισή της περί το 650 μ.Χ. αποδιδόμενη σε Σύριους υαλουργούς. Φυσώντας έφτιαχναν μια κοίλη γυάλινη σφαίρα την οποία άνοιγαν από την αντίθετη του σωλήνα μεριά. Το γυαλί έπαιρνε ένα κωνικό σχήμα ( σαν καμπάνα) με τη κορυφή του στον σωλήνα. Στην συνέχεια περιστρέφανε γρήγορα τον σωλήνα ανάμεσα στις δυο τους παλάμες, κάνοντας το ζεστό ακόμα γυαλί να ανοίξει τελείως σε σχήμα επίπεδου δίσκου και να απλώσει (μέχρι μια περιορισμένη φυσικά διάμετρο). Πρόκειται για μια μέθοδο παραγωγής φτηνού επίπεδου γυαλιού η οποία χρησιμοποιήθηκε για πολλούς αιώνες έκτοτε.


history1   history2

Γύρω στα 1.000 μ.Χ. έχουμε σημαντικές αλλαγές στην τεχνολογία του γυαλιού όταν αναπτύσσεται από Γερμανούς υαλουργούς, μια νέα μέθοδος παραγωγής επίπεδου γυαλιού, η οποία εξελίχθηκε δύο αιώνες μετά από Βενετούς τεχνίτες. Φυσώντας έφτιαχναν μια κοίλη γυάλινη σφαίρα την οποία ταλάντευαν κάθετα, κρατώντας την από τον σωλήνα. Η βαρύτητα έδινε ένα μακρόστενο σχήμα στο ζεστό γυαλί μετατρέποντάς το σ’ ένα κυλινδρικό «καβούκι» μέχρι και 3 μέτρων μήκους και πλάτους 45 περίπου εκατοστών. Όσο ήταν ακόμη ζεστό το γυαλί, το έβαζαν σ’ ένα επίπεδο τραπέζι, έκοβαν τα άκρα του «καβουκιού» και έσκιζαν κατά μήκος τον κύλινδρο ώστε να ανοίξει σ’ ένα επίπεδο φύλλο.
Στα τέλη του 13ου αιώνα οι Βενετοί, οι οποίοι μέχρι τότε εισήγαγαν γυάλινα αντικείμενα από το Βυζάντιο, χρησιμοποιώντας Βυζαντινούς τεχνίτες, άρχισαν να αναπτύσσουν την δική τους υαλουργία. Κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα η Βενετία είναι το αδιαμφισβήτητο κέντρο της υαλουργίας. Οι τεχνίτες του γυαλιού ξεπερνούν τις 10.000. Τόσο για την προστασία της πόλης από τις συχνές πυρκαγιές από τις καμίνους των υαλουργείων, όσο και για να προστατέψουν τα «επαγγελματικά μυστικά» τους , όλοι υαλουργοί μεταφέρθηκαν στο νησί Murano, όπου η Ιταλική Αναγεννησιακή υαλουργία συνεχίστηκε για τους επόμενους αιώνες. Πέρα από την τελειοποίηση υφιστάμενων τεχνικών, οι Βενετοί ανέπτυξαν και νέες μεθόδους όπως η τεχνική της επιμετάλλωσης με υδράργυρο που παρήγαγε τους ονομαστούς σε όλη την Ευρώπη καθρέπτες. Αν και πολλοί εργαζόμενοι πέθαναν νέοι από δηλητηρίαση λόγω του υδραργύρου, η πώληση των καθρεπτών αυτών απέφερε τεράστια κέρδη, πράγμα που έκανε τους άρχοντες της πόλης να ορίσουν την ποινή του θανάτου για όποιον θα αποκάλυπτε το μυστικό της παραγωγής των. Παρ’ όλες όμως τις προσπάθειες των Ιταλών, οι τεχνικές της υαλουργίας διαδόθηκαν σε όλη την Ευρώπη.
Όσον αφορά την Βρετανία, παρατηρούμε κι’ εκεί εξέλιξη στην τεχνολογία του γυαλιού, τουλάχιστον κατά τους τελευταίους αιώνες. Με την ίδρυση της Βρετανικής Εταιρίας Υαλοπινάκων το 1773, η Αγγλία κατέστη το κέντρο του κόσμου όσον αφορά τους ποιοτικούς υαλοπίνακες παραθύρων. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία, που το λείο, κατάλληλο για παράθυρα γυαλί, ήταν διαθέσιμο και προσιτό για τους περισσότερους ιδιοκτήτες σπιτιών. Την δεκαετία του 1870, ο υαλουργός George Ravenscroft, χρησιμοποιώντας οξείδιο του μολύβδου αντί για ποτάσα, παράγει διαυγές γυαλί μεγάλης αντοχής το οποίο μπορεί πλέον να χαραχθεί. Στην Γαλλία οι υαλουργοί πέρα από την βελτίωση των Ιταλικών μεθόδων και την χρήση μεγαλύτερων πάγκων που τους έδιναν την δυνατότητα παραγωγής μεγαλύτερων υαλοπινάκων, ανέπτυξαν και διαδικασία ανόπτησης, αφήνοντας τις πλάκες γυαλιού να ψύχονται επί ημέρες μέσα σε ειδικά κατασκευασμένους φούρνους. Στα 1688, αναπτύχθηκε μια καινούργια διαδικασία για την παραγωγή επίπεδου γυαλιού κυρίως για την παραγωγή καθρεπτών, των οποίων η οπτική ποιότητα μέχρι τότε, απείχε πολύ από το να είναι η επιθυμητή. Το λιωμένο γυαλί χύνεται επάνω σ’ ένα ειδικό τραπέζι και κυλινδρώνεται ώστε να γίνει επίπεδο. Λόγω της επαφής του με την τράπεζα και τον κύλινδρο το γυαλί είναι αρχικά θολό. Αφού κρυώσει, η πλάκα του γυαλιού τοποθετείται επάνω σ’ ένα στρογγυλό τραπέζι όπου τροχίζεται (λειαίνεται) με περιστρεφόμενους μαντεμένιους δίσκους στην αρχή, με λειαντική άμμο μετά και τέλος γυαλίζεται με τσόχινους δίσκους. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν επίπεδα γυαλιά με καλή ποιότητα οπτικής περατότητας. Όταν επιστρωνόταν στην μια τους πλευρά με ένα ανακλαστικό, εύτηκτο μέταλλο, μπορούσαν να παραχθούν υψηλής ποιότητας καθρέπτες.
Η Ευρωπαϊκή τεχνογνωσία στον τομέα της υαλουργίας, εισήχθη στην Αμερική, μετά την Αμερικανική Επανάσταση, αφού μέχρι τότε η Αγγλία φοβούμενη των ανταγωνισμό απαγόρευε την υαλουργία στην Αμερική. Έτσι άρχισε σταδιακά η άνθηση της υαλουργίας και στην Αμερική.

Γύρω στις αρχές του 20ου αιώνα, οι υαλουργοί ανακάλυψαν ότι οι υαλοπίνακες μπορούσαν ξαναθερμαινόμενοι να καμπυλωθούν, ενώ αν ψύχονταν αμέσως αποκτούσαν αυξημένες μηχανικές αντοχές σε κάμψη ή σε θέρμανση κατά 400%. Αυτό ήταν και το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για την εφαρμογή του γυαλιού στην αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία βρισκόταν στο ξεκίνημά της.
Η βιομηχανική επανάσταση επέδρασε καταλυτικά και στον τομέα της παραγωγής αρχιτεκτονικού γυαλιού τόσο με την ανάπτυξη της μηχανικής τεχνολογίας όσο και με την επιστημονική έρευνα ως προς την χημική σύνθεση του γυαλιού και τα φυσικά του χαρακτηριστικά. Πρόσωπο κλειδί και ένας από τους προγόνους της σύγχρονης έρευνας του γυαλιού υπήρξε ο Γερμανός Otto Schott (1851-1935), ο οποίος χρησιμοποίησε επιστημονικές μεθόδους για να μελετήσει τις επιδράσεις πλήθους χημικών στοιχείων επάνω στα οπτικά και θερμικά χαρακτηριστικά του γυαλιού. Το 1871 ο William Pilkington, εφηύρε μια μηχανή που αυτοματοποίησε την παραγωγή των υαλοπινάκων που φτιάχνονταν με την μέθοδο των κυλίνδρων, την οποία μηχανή βελτίωσε αργότερα (1903) ο J.H.Lubber στην Αμερική. Ο Αμερικανός μηχανικός Michael Owens εφευρίσκει μια αυτόματη φιάλη παραγωγής φυσητού γυαλιού. Με την ταυτόχρονη βελτίωση του συστήματος τροφοδοσίας, κατέστη δυνατή η βιομηχανική παραγωγή φιαλών σταθερού μεγέθους σε ταχείς ρυθμούς.


history3


Η πρόοδος υπήρξε ραγδαία. Και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού ανεπτύχθησαν και μπήκαν σε εμπορική εφαρμογή καινοτόμες μέθοδοι παραγωγής αρχιτεκτονικού γυαλιού. Κυριότερες εξ αυτών η μέθοδος του τραβηχτού (etire) γυάλινου «σεντονιού» (sheet glass) του Βέλγου Emille Fourcault (1905), η οποία αναπτύχθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με αυτήν του Αμερικανού Irving Colburn σε συνεργασία με την εταιρία Libbey-Owens. Με την νέα, αυτοματοποιημένη αυτή μέθοδο, το παχύρευστο γυαλί τραβιόταν από τον κλίβανο, σχημάτιζε ένα συνεχές γυάλινο σεντόνι το οποίο ισοπεδωνόταν και κρύωνε περνώντας ανάμεσα από κυλίνδρους αμιάντου. Αν και το γυαλί που παραγόταν δεν ήταν τελείως απαλλαγμένο από ελαττώματα, η νέα αυτή τεχνική κυριάρχησε, με αποτέλεσμα στις δεκαετίες 1920-1930 οι τιμές του επίπεδου γυαλιού να έχουν υποχωρήσει ακόμα και κατά 60%. Η τεχνική της έλξης (etire) έδωσε και την δυνατότητα παραγωγής διακοσμημένου γυαλιού (figured glass), αφού στην περίπτωση αυτή το γυαλί περνούσε ανάμεσα από κυλίνδρους με αποτυπωμένα στην επιφάνειά τους ανάγλυφα σχέδια τα οποία διαμόρφωναν αντίστοιχα την επιφάνεια του γυαλιού. Έως το 1929 το 70% της παραγωγής επίπεδου γυαλιού στην Αμερική διοχετευόταν στην αυτοκινητοβιομηχανία. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής ήταν γυαλιά ασφαλείας (safety glass) που αποτελούνταν από δύο γυαλιά κολλημένα μεταξύ τους με ένα στρώμα ακετυλοκυτταρίνης. Την μέθοδο είχε αναπτύξει από το 1910 ο Γάλλος επιστήμονας Edouard Benedictus.
Με καμιά από τις παραπάνω μεθόδους δεν κατέστη δυνατόν να παραχθεί επίπεδο γυαλί με τα επιθυμητά οπτικά χαρακτηριστικά, ώσπου μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η Βρετανική εταιρία “Pilkington Brothers Ltd” παρουσίασε την νέα μέθοδο παραγωγής επίπεδου γυαλιού την οποία εφεύρε ο Alastair Pilkington, με την επωνυμία “float” και η οποία τέθηκε σε εμπορική εφαρμογή το 1959, συνδυάζοντας για πρώτη φορά το λαμπερό φινίρισμα του γυάλινου «σεντονιού» με την οπτική ποιότητα της πλάκας γυαλιού. Το λιωμένο γυαλί, περνάει (χύνεται) από τον φούρνο τήξης σ’ ένα ρηχό μπάνιο με λιωμένο κασσίτερο, στην ιδανικά επίπεδη επιφάνεια του οποίου επιπλέει (floats) ως ελαφρύτερο, απλώνει, αυτοεπιπεδώνεται διαμορφώνοντας μια λεία και απόλυτα επίπεδη μάζα γυαλιού και στην συνέχεια τραβιέται οριζοντίως μέσα στον θάλαμο ανόπτησης σχηματίζοντας μια συνεχή γυάλινη ταινία μέχρι την γραμμή κοπής. Με αυτή την μέθοδο παράγεται σήμερα το σύνολο σχεδόν του επίπεδου γυαλιού παγκοσμίως.


history4  history5

 

Back to top
Back to top